Σε κεκλεισμένων των θυρών διάσκεψη της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάσισε, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι είναι αντισυνταγματική και παράνομη αλλά και αντίθετη σε διεθνείς συμβάσεις, η πανελλαδική αποχή των δικηγόρων η οποία άρχισε στις 12 Ιανουαρίου 2016. Υπενθυμίζεται ότι το τελευταίο διάστημα έχουν ληφθεί αποφάση για "στοχευμένες" αποχές των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους.

Σύμφωνα το σκεπτικό της Ολομέλειας του ΣτΕ οι αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση του έργου τους δεν αντίκεινται μεν, καταρχήν, σε συνταγματικές ή άλλες διατάξεις, υπόκεινται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλουν το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα καθενός για δικαστική προστασία, το άρθρο 6 της Συνθήκης της Ρώμης, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, η οποία εξυπονοεί το δικαίωμα των διαδίκων να υπερασπίζουν τις υποθέσεις τους με δικηγόρο της εκλογής τους, καθώς και το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την επαγγελματική ελευθερία και το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Συγκεκριμένα, οι σύμβουλοι επικρατείας, έκριναν σύμφωνα με πληροφορίες, πως οι περιορισμοί αυτοί ανάγονται στο χρόνο που μπορεί να διαρκέσει η αποχή και που πρέπει, ενόψει των διακυβευομένων συμφερόντων, να είναι βραχύς και ο χρόνος της διαρκείας της αποχής πρέπει να ορίζεται στην ίδια την απόφαση που κηρύσσει την αποχή.
Σύμφωνα με το ΣτΕ οι αποφάσεις της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων για Πανελλαδική απόχη προσδιόριζαν μεν τον χρόνο αποχής, αλλά ήταν επαναλαμβανόμενες χωρίς διακοπή και εν τέλει είχαν λάβει το χαρακτήρα αποχής διαρκείας, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση υπερβαίνει το επιτρεπόμενο βραχύ χρονικό διάστημα.
Η δημοσίευση της απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ αναμένεται μέσα στο επόμενο διάστημα.
Πηγή: prismanews.gr
Το Α΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας επικύρωσε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία είχε επιδικαστεί το ποσό των 350.000 ευρώ μαζί με τους νόμιμους τόκους, στους συγγενείς αβάπτιστου κοριτσιού 4 μηνών, το οποίο μέσα σε 18 ώρες έχασε τη ζωή του από πνευμονικό οίδημα στο νοσοκομείο της Κέρκυρας, από την αμέλεια των γιατρών.
Ειδικότερα, το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1998, οι γονείς του κοριτσιού το μετέφεραν στο νοσοκομείο της Κέρκυρας καθώς είχε παρουσιάσει απώλεια των αισθήσεων, κυάνωση (το δέρμα της είχε την απόχρωση του μπλε) και έκανε εμετό.
Η μικρή εξετάστηκε από δυο επιμελήτριες παιδιάτρους εκ των οποίων η μια ήταν του παιδιατρικού τμήματος του νοσοκομείου και η δεύτερη υπαγόταν στη δύναμη Κέντρου Υγείας, αλλά λόγω λειτουργικών αναγκών του νοσοκομείου είχε υπαχθεί στο εν λόγω παιδιατρικό τμήμα.
Το βρέφος κατά την εξέταση παρουσίαζε «ωχρότητα, κυάνωση, υποτονία, έντονη αναπνευστική δυσχέρεια και πιθανή εισρόφηση». Έγιναν εξετάσεις αίματος και ούρων, όπως και ακτινογραφία θώρακος και σύμφωνα με τον ακτινολόγο δεν υπήρχαν παθολογικά ευρήματα. Μετά τις εξετάσεις έγινε ανάνηψη με χορήγηση οξυγόνου και συνδέθηκε με monitor για παρακολούθηση.
Όμως, εξακολουθούσε η αναπνευστική δυσχέρεια, ενώ διαπιστώθηκε ότι ο αριστερός πνεύμονας υποαερίζετο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το βρέφος παρουσίασε κυάνωση γύρω από το στόμα και μεταφέρθηκε σε τέντα οξυγόνου, καθώς η μάσκα οξυγόνου το ενοχλούσε. Δύο ώρες μετά τα μεσάνυκτα, η ειδικευόμενη γιατρός του νοσοκομείου, καθώς οι δύο εφημερεύουσες παιδίατροι είχαν αποχωρήσει, διαπίστωσε ότι το βρέφος παρουσίασε έντονη ταχύπνοια, υποδιαφραγματικές εισολκές και η όλη κατάστασή του επιδεινώθηκε.
Η ειδικευόμενη γιατρός επικοινώνησε τηλεφωνικά με μια εκ των εφημερευουσών παιδιάτρων και στην συνέχεια χορηγήθηκε στο βρέφος ενδοφλέβιο κορτιζονοειδές και έγιναν εισπνοές με Aerolin.
Όλο το βράδυ οι γονείς ρωτούσαν με αγωνία την ειδικευόμενη γιατρό για την κατάσταση της μικρής και οι απαντήσεις ήταν μόνιμα ότι η υγείας της «ήταν σταθερή».
Τις πρώτες πρωινές ώρες το βρέφος παρουσίασε άπνοια, κυάνωση γύρω από το στόμα και ασυστολία (ανεπαρκής συστολή της καρδιάς). Ξεκίνησε ανάνηψη από αναισθησιολόγο. Όμως, το βρέφος δεν ανατάχθηκε και στις 6.30 π.μ. εξέπνευσε.
Η έκθεση της νεκροψίας αναφέρει ότι ο θάνατος δεν ήταν ακαριαίος και προκλήθηκε από πνευμονικό οίδημα μη διαγνώσιμης αιτιολογίας.
Οι γονείς ισχυρίστηκαν ότι από την πλευρά των δύο παιδιάτρων του νοσοκομείου υπήρξαν παραλείψεις και ότι το κρίσιμο βράδυ δεν παρέμειναν στο νοσοκομείο καθ΄ όλη τη διάρκεια της βάρδιας τους, αλλά αναχώρησαν και άφησαν την παρακολούθηση του βρέφους στην άπειρη ειδικευόμενη γιατρό, χωρίς να της δώσουν εντολές και να την ενημερώσουν σχετικά.
Έτσι, η ειδικευόμενη γιατρός δεν διέγνωσε εγκαίρως την σοβαρή κατάσταση του βρέφους, για να παρέχει την δέουσα ιατρική φροντίδα, ενώ παρέλειψε να ζητήσει εγκαίρως τη συνδρομή των εμπείρων γιατρών που εφημέρευαν, αλλά και των δύο παιδιάτρων.
Να σημειωθεί ότι από τα ποινικά δικαστήρια οι δύο παιδίατροι κρίθηκαν αθώες του αδικήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Η μεν πρώτη γιατί ήταν σε «εφημερία ετοιμότητας», κάτι που μεταφράζεται ότι μπορούσε να παραμείνει στο σπίτι της και να πήγαινε στο νοσοκομείο αν χρειαζόταν. Όμως, ουδέποτε δεν κλήθηκε να πάει στο νοσοκομείο.
Η δεύτερη παιδίατρος αθωώθηκε από την ίδια κατηγορία, καθώς στο νοσοκομείο ήταν με απόσπαση και δεν υπαγόταν στην οργανική του δύναμη, με αποτέλεσμα να μην υπήρχε στο πρόγραμμα εφημεριών. Κατά συνέπεια δεν μπορούσε να της καταλογιστεί ούτε εγκατάλειψη θέσης της, αλλά ούτε ότι άφησε αβοήθητο το βρέφος. Η ειδικευόμενη γιατρός αθωώθηκε και αυτή.
Από τα Διοικητικά Δικαστήρια που προσέφυγαν οι συγγενείς διεκδικώντας αποζημίωση για ψυχική οδύνη, διέταξαν την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες παιδίατρους. Μετά την πραγματογνωμοσύνη οι δικαστές έκριναν ότι οι γιατροί δεν έλαβαν τα αναγκαία και προβλεπόμενα ή επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να διαγνωσθεί εγκαίρως η νόσος από την οποία έπασχε το βρέφος και να αποτραπεί ο θάνατός του.
Επίσης, κρίθηκε ότι καμία από τις δύο εφημερεύουσες παιδιάτρους «δεν ασχολήθηκε με την σοβαρή κατάσταση του βρέφους, ώστε να γίνει ο σωστός ακτινολογικός και καρδιολογικός έλεγχος, που θα ανίχνευε την νόσο».
Οι διοικητικοί δικαστές κατέληξαν ότι στοιχειοθετούνται ευθύνες των γιατρών για τον θάνατο του βρέφους και επιδίκασαν στους δύο γονείς, τα αδέλφια της, τον παππού και την γιαγιά το ποσό των 350.000 ευρώ.
Το κοριτσάκι ήταν δίδυμο με ένα αγοράκι, που όμως η μητέρα του το έχασε κατά την διάρκεια του τοκετού.
Πηγή: newsbomb.gr
Ποσό των 700.000 ευρώ επιδίκασε το Συμβούλιο Επικρατείας σε συγγενείς φαντάρου ο οποίος μαζί με άλλους 4 οπλίτες βρήκαν τραγικό θάνατο σε φυλάκιο του Έβρου, όταν προσπάθησαν να ανυψώσουν το μεταλλικό ιστό της σημαίας, αλλά ο άνεμος τον έσπρωξε πάνω στα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ.
Ειδικότερα, ο 20χρόνος στρατιώτης Πεζικού Τ.Α. υπηρετούσε τη θητεία του στο φυλάκιο «Μανίτσας» στην Κορνοφωλιά (641 ΕΤΠ), στην περιοχή του Έβρου. Την 6η Απριλίου 2004, ο οπλίτης έλαβε διαταγή μαζί με άλλους 6 συναδέλφους του να ανυψώσουν με τα χέρια το μεταλλικό ιστό της σημαίας του φυλακίου, ύψους 7,87 μέτρων και βάρους 34 κιλών, προκειμένου να τον τοποθετήσουν πάνω σε βάση από μπετόν ύψους 0,55 μέτρων, η οποία ήταν πάνω σε φυσικό ανάχωμα ύψους 1,85 μέτρων.
Οι οπλίτες σήκωσαν τον ιστό, αλλά όταν όμως άρχισε να παίρνει κατακόρυφη θέση, λόγω του ανέμου που έπνεε στην περιοχή, οι στρατιώτες έχασαν τον έλεγχο της ευστάθειας του ιστού, ο οποίος πλάγιασε και ήρθε σε επαφή με τα γυμνά καλώδια της ΔΕΗ, που περνούσαν πάνω από το φυλάκιο και από τα οποία διερχόταν ηλεκτρικό ρεύμα 20.000 βολτ.
Από την επαφή του ιστού με τα καλώδια της ΔΕΗ υπέστησαν ηλεκτροπληξία και βρήκαν ακαριαίο θάνατο 5 στρατιώτες από τους 7 που συμμετείχαν στην προσπάθεια ανύψωσης του ιστού, ενώ δύο οπλίτες τραυματίστηκαν ελαφριά.
Διενεργήθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση, σύμφωνα με την οποία οι οπλίτες δεν είχαν καμία ευθύνη και κρίθηκαν πειθαρχικά ελεγκτέοι ο διοικητής της 7ης Μ/Κ Ταξιαρχίας, γιατί δεν μερίμνησε για τον έγκαιρο εντοπισμό του κινδύνου και την αποτροπή του, ο διοικητής του 641 ΕΤΠ, γιατί δεν εισηγήθηκε την απομάκρυνση των αγωγών ηλεκτρικού ρεύματος και δεν φρόντισε για την ασφαλή μεταφορά του ιστού της σημαίας και ο διοικητής του 1ου Λόχου Προκαλύψεως, γιατί δεν έδωσε σαφείς οδηγίες για τη μετακίνηση του ιστού και δεν επέβλεψε την εκτέλεσή τους.
Οι συγγενείς του Τ.Α. φαντάρου προσέφυγαν στα διοκητικά δικαστήρια διεκδικώντας αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, ύψους 4.000.000 ευρώ. Αναλυτικότερα, ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή του άτυχου φαντάρου διεκδίκησαν από 1.000.000 ευρώ ο καθένας και από 500.000 ευρώ ο παππούς και η γιαγιά του.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης επιδίκασε στους συγγενείς του 20χρόνου το συνολικό ποσό των 700.000 ευρώ (μαζί με τους τόκους), καθώς έκρινε ότι οι φαντάροι δεν έχουν καμία ευθύνη για το θανατηφόρο περιστατικό, αλλά αντίθετα είχαν αποκλειστική ευθύνη οι αρμόδιοι βαθμοφόροι στρατιωτικοί οι οποίοι διέπραξαν παραλείψεις.
Σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις, αιτία του ατυχήματος ήταν το γεγονός ότι ο μεταλλικός ιστός ήταν 2,13 μέτρα πάνω από το ύψος που διερχόντουσαν τα ηλεκτροφόρα καλώδια και η βάση του ιστού ήταν πολύ κοντά στα καλώδια της ΔΕΗ.
Το Δημόσιο κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε αναίρεση στο Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής και υποστήριξε ότι αποκλειστική αιτία του ατυχήματος ήταν η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, σύνεσης και επιμέλειας των φαντάρων, οι οποίοι δεν εκτίμησαν τον προφανή κίνδυνο που εγκυμονούσε το βάρος του ιστού και τον ισχυρό άνεμο. Ακόμη, υποστήριξε ότι ήταν μεγάλο το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε.
Όμως, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του Δημοσίου, λαμβάνοντας υπόψη «τις τραγικές συνθήκες του ατυχήματος και τον φρικτό θάνατο του Α.Τ.», την ηλικία του, την προσωπικότητά του, την αποκλειστική ευθύνη του Δημοσίου, την ανυπαρξία ευθύνης του άτυχου φαντάρου και την οικογενειακή του κατάσταση.
Κατόπι αυτών, το Δημόσιο άσκησε αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, που επιδίκασε το ποσό των 700.000 ευρώ στους συγγενείς του άτυχου φαντάρου.
Τέλος, το Α΄ Τμήμα του ΣτΕ απέρριψε ως απαράδεκτη την αναίρεση του Δημοσίου.
Πηγή: iefimerida.gr