[GDK][carousel2][#5E00FF]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8:32:00 μ.μ.

Ο Γρηγόριος Φλέσσας, (γνωστός σε όλους μας ως Παπαφλέσσας), γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας το 1788. Ήταν κληρικός, πολιτικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Δικαίος και ήταν υστερότοκος γιος, από δεύτερο γάμο, του Δημητρίου Δικαίου, ο οποίος είχε συνολικά 28 παιδιά. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, την οποία δεν ολοκλήρωσε, και το 1816 μόνασε στο μοναστήρι της Παναγίας της Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί πήρε το όνομα Γρηγόριος παπά Φλέσσας. Αργότερα, έχοντας έρθει σε σύγκρουση με τον επίσκοπο Μονεμβασιάς, έφυγε και πήγε στο μοναστήρι της Ρεκίτσας.

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821, ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ '21, ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ,25η ΜΑΡΤΙΟΥ,
Πηγή εικόνας: enimerotiko.gr

Στην Ζάκυνθο γνωρίστηκε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ενώ αργότερα στην Κωνσταντινούπολη χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τον Αναγνωσταρά, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία, στις 21 Ιουνίου του 1818. Στα έγγραφα της Εταιρείας υπέγραφε με το όνομα Αρμόδιος και ως διακριτικά έβαζε τα αρχικά Α.Μ.

Τον Νοέμβριο του 1820, ο Παπαφλέσσας αγόρασε ένα καράβι από την Κωνσταντινούπολη, και αφού έλαβε το ποσό των 90.000 γροσίων από την τοπική Εφορία της Εταιρείας, αναχώρησε για την Πελοπόννησο. Στις Κυδωνιές, (αλλιώς Αϊβαλί), φόρτωσε ένα πλοίο πυρομαχικά με προορισμό την Μάνη. Στις 23 Μαρτίου του 1821, έφτασε με το σώμα του και με άλλους οπλαρχηγούς υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στην Καλαμάτα, ενώ τον Ιούλιο βρέθηκε στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδος, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη. Έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και στη Συνέλευση της Επιδαύρου, (τον Δεκέμβριο του 1821), συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ονομάστηκε γερουσιαστής. Το 1823, η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρο Κυνουρίας τον εκλέγει Υπουργό των Εσωτερικών και από αυτή την θέση καθορίζει τις υποχρεώσεις των πολιτών προς το Έθνος.

Όταν ο Ιμπραήμ απείλησε την έκβαση της Επανάστασης, ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικεβυρνητικών. Αυτό, όμως, δεν έγινε εγκαίρως. Έτσι ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι Μεσσηνίας συγκεντρώνοντας 3000 ιππείς και πεζούς. Στο Μανιάκι, βρήκε τον θάνατο προβάλλοντας ηρωική αντίσταση μαζί με τους λιγοστούς του άντρες ενάντια των Αιγυπτίων. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ Πασάς ζήτησε να βρουν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα. Όταν το βρήκαν, ο Ιμπραήμ πλησίασε τον νεκρό Παπαφλέσσα και τον φίλησε, λέγοντας: «Αμαρτία να χαθεί τούτος ο πολέμαρχος»...

Πηγή: messinia.mobi/el

 

9:33:00 μ.μ.
Εγώ τώρα θα αποκαλυφθώ και θα επαναστατήσω! Ανθρωποι της γης, θα πάμε να καταλάβουμε τη γη.

Και χρησιμοποιώντας τη δύναμη των επιστημών, και το μυστικό της ενότητας εμείς θα καταργήσουμε τους κανόνες των εθνών και των θρησκειών. (Απόσπασμα από το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ «Tο έπος του γιου του Καδή της Σιμάβνα Σεϊχη Μπεντρεντίν»)

Πολλοί είναι αυτοί που εκπλήσσονται όταν ανακαλύπτουν ότι οι Σέρρες μία σχετικά μικρή πόλη και όχι ιδιαίτερα τουριστική είναι γνωστή στους περισσότερους Τούρκους. Ένας από τους λόγους είναι ότι οι Σέρρες κατά την Οθωμανική κυριαρχία ήταν σημαντικό εμπορικό κέντρο που βρισκόταν στο δρόμο για την Κωνσταντινούπολη, κυρίως όμως είναι γνωστή γιατί στις Σέρρες δικάστηκε και τελικά απαγχονίστηκε ο πρώτος «μουσουλμάνος σοσιαλιστής» όπως αποκαλείται από πολλούς, ο Σεΐχης Μπεντρεντίν.

Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο ότι επισκέπτονται τις Σέρρες πολλοί μουσουλμάνοι Αλεβίτες (ετερόδοξοι μουσουλμάνοι) για να προσκυνήσουν το μέρος όπου μαρτύρησε και θάφτηκε ο εμπνευστής ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού κινήματος του 15ου αιώνα. Για τον Σεΐχη Μπεντρεντίν έχουν γραφτεί πολλά βιβλία και έργα, αλλά αυτό που αναβίωσε τη μνήμη του και να τον έκανε ευρέως γνωστό είναι το ποίημα του μεγάλου Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, «Το έπος του γιου του Καδή της Σιμάβνα Σεΐχη Μπεντρεντίν», το οποίο γράφτηκε το 1936, όταν ο ποιητής βρισκόταν στη φυλακή.

Αλλά ποιος είναι ο Σεΐχης Μπεντρεντίν;

Ο Μπεντρεντίν γεννήθηκε το 1358 στη Σιμάβνα (κοντά στο Διδυμότειχο) από πατέρα Τούρκο Καδή (δικαστή) και μητέρα Ελληνίδα που εξισλαμίστηκε, από την οποία πιθανότατα έμαθε την ελληνική γλώσσα και τα στοιχεία του χριστιανισμού. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του φάνηκε η οξύτητα της σκέψης του. Οι πρώτες του σπουδές για το Ισλάμ έγιναν στην Αδριανούπολη και στο Ικόνιο, ενώ για να επεκτείνει τις γνώσεις του πήγε στο Κάιρο που μαζί με τη Βαγδάτη ήταν τα δύο μεγαλύτερα εκπαιδευτικά, και όχι μόνο, κέντρα του μουσουλμανικού κόσμου την εποχή εκείνη.

Τότε γνώρισε τον άνθρωπο που σημάδεψε τη ζωή του, τον Σεΐχη Αχλάτι, ο οποίος διακήρυττε μία άλλη προσέγγιση στη μέχρι τότε σουνί (ορθόδοξη) μορφή του ισλαμισμού, ένα είδος ισλαμικού μυστικισμού. Μετά από συζήτηση που είχε με τον περίεργο αυτό άνθρωπο ο Μπεντρεντίν ανακάλυψε ότι οτιδήποτε είχε μάθει μέχρι τότε ήταν μόνο η μισή αλήθεια και σε ένδειξη απογοήτευσης πέταξε όλα τα βιβλία του στον Νείλο ποταμό και άρχισε να περιπλανιέται ενδεής και να καλλιεργεί νέες σκέψεις και απόψεις τις οποίες υπερασπιζόταν με σθένος. Οι ιδέες του απέβλεπαν στη δημιουργία μιας αρμονικής κοινωνικοπολιτικής ζωής στην Ανατολία και τα Βαλκάνια, όπου θα υπάρχει δικαιοσύνη, και κοινοκτημοσύνη και θα έχουν εξαλειφθεί οι ανισότητες και οι διαχωρισμοί έθνους και θρησκείας.

Με τον Σεΐχη Αχλάτι ο Μπεντρεντίν αναπτύσσει μία νέα πτυχή της προσωπικότητάς του, ενώ είναι ειδικός στον ισλαμικό νόμο (κάτι αντίστοιχο με θεολόγο), γίνεται μυστικιστής και επαναστάτης, μαθαίνει για τον Πανθεϊσμό και τον Υλισμό και εμπνέεται από αντικομφορμιστικές αντιλήψεις. Ο Αχλάτι τον προέτρεψε να πάει στο Ταμπρίζ του Ιράν, που την εποχή εκείνη ήταν το μεγαλύτερο κέντρο του Ισλαμικού μυστικισμού. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Κάιρο και διαδέχεται τον Σεΐχη Αχλάτι μετά τον θάνατό του το 1397.

Το 1403 αποφάσισε να εγκαταλείψει το Κάιρο και να μεταβεί στην Μικρά Ασία και στην γενέτειρα του την Αδριανούπολη, όπου έμεινε για λίγο με τους γονείς του. Εκεί γνώρισε και τον Μούσα Τσελεμπί, ο οποίος ήταν Σουλτάνος της Ρούμελης και ήταν σε εμφύλιο πόλεμο με τον αδελφό του Μεχμέτ Τσελεμπί, ο οποίος ήταν Σουλτάνος της Προύσας. Ο Μούσα Τσελεμπί τον διόρισε ανώτατο Στρατοδίκη (Καζασκέρ) της Ρούμελης, θέση την οποία χρησιμοποίησε για να προετοιμάσει την επανάσταση που σκόπευε να κάνει. Όταν το 1412 ο Μούσα Τσελεμπί τελικά νικήθηκε και απαγχονίστηκε από τον αδελφό του, ο Μπεντρεντίν εξορίστηκε στη Νίκαια μαζί με την οικογένειά του, την χριστιανή γυναίκα του και τα παιδιά του, δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Ο σεβασμός στην προσωπικότητά του λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων του στον Ισλαμικό Νόμο τον γλίτωσαν από το θάνατο.
Στη Νίκαια (Ιζνίκ/Τουρκία) πλέον μαζί με τους υποψήφιους διαδόχους του τους Μπερκλούτζε Μουσταφά και Τορλάκ Κεμάλ οργάνωσε την επανάσταση που θα ακολουθούσε ενάντια στην απόλυτη ηγεμονία της κεντρικής εξουσίας των ορθόδοξων Οθωμανών, ένα πολιτικό κίνημα με θρησκευτικές διαστάσεις. Το 1415/16 έφυγε από εκεί και πήγε στο Ντελίορμαν (σημερινή περιοχή Ντομπρουτζά που ανήκει στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία) καθώς κινδύνευε, αφού ο Μπερκλούτζε Μουσταφά ξεκίνησε την επανάσταση στο Καράμπουρουν του Αϊδινίου και ο Τορλάκ Κεμάλ στη Μανίσα. Σε αυτές τις συγκρούσεις σκοτώθηκαν συνολικά περίπου 10.000 οπαδοί του Μπεντρεντίν και μαζί με αυτούς οι δύο υποψήφιοι διάδοχοί του.

Νικήθηκαν από τις 10.000 θυσιάστηκαν 8.000;
Για να μπορέσουνε να πούνε παντού όλοι με ένα στόμα να τραγουδήσουνε,όλοι μαζί να τραβήξουνε τα δίχτυα απ' τα νερά, να κάνουνε δαντέλα το σίδερο όλοι μαζί,όλοι μαζί να οργώσουνε τη γη, τα μελωμένα σύκα για να μπορέσουνε να φάνε όλοι μαζί όλα, εκτός από το μάγουλο της αγαπημένης.

Ναζίμ Χικμέτ

Στο Ντελίορμαν, ο Μπεντρεντίν άρχισε να οργανώνει μία νέα επανάσταση, αλλά συλλήφθηκε με ύπουλο τρόπο (πιθανότατα το 1416) από τους άντρες του Σουλτάνου Μεχμέτ Τσελεμπί που τον έφεραν στις Σέρρες ενώπιον του. Μπροστά στο Σουλτάνο ξεκίνησε η δίκη του για τις ετερόδοξες θρησκευτικές του απόψεις που θεωρούνταν πολύ επικίνδυνες από την Οθωμανική κυβέρνηση, αλλά πιστεύεται ότι κανένας Καδής δεν μπορούσε να αντικρούσει τις απόψεις του και να αποδείξει την ενοχή του. Έτσι ο Σουλτάνος κάλεσε τον Μεβλάνα Χαϊδάρ, ο οποίος ήταν ειδικός στον Ιερό Νόμο. Πιστεύεται ότι ούτε αυτός μπορούσε να τον καταδικάσει και τελικά ο ίδιος ο Μπεντρεντίν αποφάσισε για την καταδίκη του και έβαλε τη σφραγίδα του στη φετβά (ιερονομική ρήτρα) του Μεβλάνα Χαϊδάρ με την οποία δινόταν εντολή για την εκτέλεσή του.
Και του είπαν: «απολογήσου»!

Ο Μπεντρεντίν χαμογέλασε, τα μάτια του έλαμψαν, είπε:
– αφού νικηθήκαμε αυτή τη φορά τι άλλο μπορούμε να κάνουμε δογματικέ, τώρα μη λες τίποτε άλλο.
– Αφού η φετβά είναι δική μας δώστε τη σφραγίδα να τη βάλουμε εμείς.

Ναζίμ Χικμέτ

Κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα και λόγω του σεβασμού που ενέπνεε, ενώ τον καταδίκασαν σε θάνατο, δεν πείραξαν την οικογένεια και τα υπάρχοντά του. Έτσι ο Σεΐχης Μπεντρεντίν κρεμάστηκε πιθανότατα στις 18 Δεκεμβρίου του 1416 σε έναν πλάτανο στην αγορά των Σερρών απέναντι από το Εσκί τζαμί (βρισκόταν πίσω από το Μπεζεστένι) και το γυμνό του σώμα έμεινε εκεί κρεμασμένο για μια ολόκληρη μέρα. Στη συνέχεια το νεκρό σώμα παρέλαβαν οι μαθητές του, οι οποίοι το έθαψαν στο Ορτά Μεζαρλίκ (Τούρκικο νεκροταφείο), δίπλα στο Καντιρί Τεκέ. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει ο τάφος του Σεΐχη προσδιορίζεται στην οδό Ελ. Βενιζέλου 29, όπου σήμερα στεγάζεται ένα φαρμακείο.

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι οπαδοί του μετέφεραν τα οστά του στην Τουρκία και τώρα ο τάφος του βρίσκεται στην περιοχή Μπαγιαζίτ της Κωνσταντινούπολης.
Ακόμη και σήμερα υπάρχουν οπαδοί της φιλοσοφίας του Μπεντρεντίν κυρίως στη Ντομπρουτζά και στην Ανατολική Θράκη.

Ο εγγονός του Χαφίζ Χαλίλ έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή του παππού του, το ονομαζόμενο «menakibname», το μοναδικό αντίγραφο του οποίου βρισκόταν στις Σέρρες στον Καντιρί Τεκέ.

Το βιβλίο αυτό έχει εκδοθεί πολλές φορές και μαζί με το βιβλίο «Varidat» (Εμπνεύσεις) που έγραψε ο ίδιος ο Σεΐχης Μπεντρεντίν είναι τα πιο δημοφιλή βιβλία για όσους θέλουν να μάθουν γι' αυτόν.

Απόσπασμα από το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ μελοποιήθηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο και συμπεριλήφθηκε στο δίσκο «Πολιτικά Τραγούδια» του 1975 σε ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη. Αυτές τις μέρες προβάλλεται επίσης και ένα νέο ντοκιμαντέρ στην Αττάλεια της Τουρκίας για τον Σεΐχη που υπερασπίστηκε την ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη και διαλαλούσε ότι δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος και ότι όλα προέρχονται από την φύση την ίδια εποχή που στη Μεσαιωνική Ευρώπη «έκαιγαν μάγισσες».


Τα λαϊκά κινήματα στις αρχές του 15ου αιώνα στην Οσμανική Αυτοκρατορία
Ο γιος και διάδοχος του Βαγιαζίτ Α΄- ο Μεχμέτ Α΄ (Μωάμεθ, 1402-1421) που είχε το παρανόμι «τσελεπής» («ευγενής», «ιπποτικός»), βρέθηκε στην ανάγκη να πολεμήσει με τους αδελφούς του (Σουλεϊμάν και Μουσά) που διεκδικούσαν το θρόνο, καθώς και με τους σελτζουκίδες εμίρηδες που είχαν αποκατασταθεί στις κτήσεις τους, κυρίως με τον εμίρη της Καραμανίας που πολιόρκησε και πυρπόλησε τα Προύσα, και με τους Βενετούς που κατάστρεψαν τον οσμανικό στόλο κοντά στην Καλλίπολη (1416). Αντίθετα, με το Βυζάντιο ο Μεχμέτ Α’ έκλεισε συμμαχία και τους ξανάδωσε μερικές παραθαλάσσιες πόλεις που είχε κατακτήσει.

Οι πόλεμοι αυτοί είναι καταστροφικοί για τους μικρούς τιμαριούχους και γίνονταν αιτία ν΄αυξηθεί η φορολογία σε βάρος των αγροτών. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσηκωθούν οι μικροτιμαριούχοι και να ενωθούν μαζί τους και οι αγρότες με τους βιοτέχνες. Η εξέγερση αυτή ξετυλίχτηκε σε πραγματικό εμφύλιο πόλεμο (στα 1415-1418, και σύμφωνα με άλλα δεδομένα στα 1413-1418).

Το κίνημα είχε επικεφαλής έναν σεϊχη των δερβίσηδων, τον Μπέντράντντίν Σιμαβί που δρούσε στη Ρούμελη (Ελλάδα). Οι δερβίσηδες Μπερκλιουντζέ Μουσταφάς (στην περιοχή Ιζμίρ-ελληνικά Σμύρνη) και Τορλάκ Κεμάλ (στην περιοχή Μανίσα- ελληνικά Μαγνησία) που δρούσαν με εντολή του Σιμαβί στη Μικρά Ασία και στηρίζονταν στους βιοτέχνες και στους αγρότες, ζητάνε να εξισωθούν κοινωνικά όλοι οι άνθρωποι και να γίνουν κοινά τα λογής λογής αγαθά «εκτός από τις παντρεμένες γυναίκες» και συγκεκριμένα: «Τα τρόφιμα, ο ρουχισμός, οι ιπποσκευές και η καλλιεργήσιμη γη». Κυρίως ζητάνε κοινοκτημοσύνη της γης. Οι ξεσηκωμένοι φορούσαν όλοι όμοια απλή στολή, έτρωγαν σε κοινά συσσίτια και διακήρυσσαν την αρχή της ισότητας και για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες – τη μουσουλμανική, τη χριστιανική και την ιουδαϊκή.

Ο Μπερκλιουτζέ Μουσταφάς με τη μεσολάβηση ενός φίλου του χριστιανού μοναχού από τη Χίο, καλεί τους έλληνες αγρότες να ξεσηκωθούν μαζί με τους τούρκους αγρότες εναντίον των κοινών καταπιεστών- της οσμανικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας που επικεφαλής της είναι ο σουλτάνος. Και πραγματικά στα μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου σχεδόν όλοι οι αγρότες, τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Έλληνες, ξεσηκώνονται και συντρίβουν το φεουδαρχικό στρατό που είχε συγκεντρωθεί στη Δυτική Μικρά Ασία. Μόνο ύστερα από δύο περίπου χρόνια, και αφού συγκέντρωσε σπαχήδες από όλο το κράτος του, ο σουλτάνος κατάπνιξε τελικά το κίνημα και εξόντωσε ανελέητα τους ξεσηκωμένους. Ύστερα, στα τέλη του 1418, συντρίβεται στη Ρούμελη και ο στρατός του σεϊχη Μπέντρ-άντ-ντίν.

Στις αρχές του 15ου αιώνα στα κατώτερα στρώματα των πόλεων της Τουρκίας διαδίδεται πλατιά η αιρετική διδασκαλία του μυστικιστικού σιιτικού δόγματος των χουρουφιτών που είχε αντιφεουδαρχικές τάσεις και κήρυσσε την κοινωνική ισότητα και την κοινοκτημοσύνη των αγαθών. Η αίρεση αυτή πρωτοπαρουσιάζεται στα τέλη του 14ου αιώνα στο Χορασάν. Εξεγέρσεις ξεσπάνε και ανάμεσα στους υποταγμένους λαούς της Βαλκανικής χερσονήσου που δεν ανέχονται την οσμανική κυριαρχία (εξέγερση στην περιοχή Βιδινίου στη Βουλγαρία στα 1403 κ.ά.)

(ΑΑπό την Παγκόσμια Ιστορία, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, μετάφραση στα ελληνικά το 1958)

Του Μπεντρεντίν τα παλικάρια


Οι εξεγέρσεις που συνδέθηκαν με το όνομα του σεΐχη Μπεντρεντίν το έτος 1416 στην Ανατολία και στα Βαλκάνια έχουν καταγραφεί ιστοριο γραφικά ως μείζονα γεγονότα της πρώιμης οθωμανικής ιστορίας. Την ίδια στιγμή, η προσωπικότητα και η επιρροή του Μπεντρεντίν αποτέλεσαν και αποτελούν πολύ ενδιαφέρον ιδεολογικό διακύβευμα στη σύγχρονη τουρκική ιστορία,ιδιαίτερα στον απόηχο του σπουδαίου ποιήματος που συνέθεσε διαβάζονταςστη φυλακή για τον σεΐχη του 15ου αιώνα ο μεγάλος τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ.

Στην παρούσα μελέτη επιχειρούμε συνοπτικά να παρουσιάσουμε τα γεγονότα και την ιδεολογική τους ιστορία, καθώς το ιστοριογραφικό ενδιαφέρον στη διεθνή και τουρκική βιβλιογραφία είναι ιδιαίτερα αυξημένο τελευταία,εκθέτοντας συνοπτικά και ορισμένες πρώτες σκέψεις για την επαναπροσέγγιση του θέματος.

Πηγή: lefterianews.wordpress.com | Το διαβάσαμε εδώ

11:37:00 π.μ.
Στις 16 Ιουνίου 1913 ξέσπασε ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, με τη συνδυασμένη επίθεση της Βουλγαρίας κατά της Ελλάδας και της Σερβίας, οι οποίες είχαν συνάψει συνθήκη συμμαχίας από τις 19 Μαΐου κατά της πρώην συμμάχου τους Βουλγαρίας. Στο ελληνοβουλγαρικό μέτωπο, ο Βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά της Νιγρίτας και του Παγγαίου, τις οποίες κατέλαβε. Το Γ' Σύνταγμα Ιππικού, που στρατωνιζόταν στις Σέρρες, εγκατέλειψε την περιοχή έγκαιρα για να μην αιχμαλωτιστεί.

Η αντίδραση του ελληνικού στρατού ήταν άμεση, σχεδόν ακαριαία. Αφού εκκαθάρισε πρώτα τη Θεσσαλονίκη από τους εναπομείναντες Βουλγάρους στρατιώτες, στη συνέχεια στράφηκε κατά του βουλγαρικού στρατού σε δύο μέτωπα. Στις 20 Ιουνίου, η 7η Μεραρχία υπό τον συνταγματάρχη Ναπολέοντα Σωτήλη απελευθέρωσε τη Νιγρίτα, την οποία όμως οι Βούλγαροι κατέστρεψαν προτού αποχωρήσουν, προχωρώντας σε πυρπολήσεις οικιών και σφαγές του αμάχου πληθυσμού. Ήταν το προανάκρουσμα για το τι θα επικρατούσε στις Σέρρες μία εβδομάδα αργότερα.

Ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού είχε κινηθεί βόρεια και με ταχύτατη εφόρμηση επέπεσε επί των οχυρωμένων θέσεων του εχθρού στην περιοχή Κιλκίς - Λαχανά και τις κατέλαβε μετά από τριήμερη σκληρή μάχη, που στοίχισε χιλιάδες νεκρούς στο ελληνικό στρατόπεδο. Στις 21 Ιουνίου 1913 η αμυντική γραμμή των Βουλγάρων είχε διαρραγεί και η κατάληψη των Σερρών φαινόταν εύκολη υπόθεση για τον ελληνικό στρατό. Αυτό το κατάλαβαν πολύ καλά οι Βούλγαροι, οι οποίοι από την επομένη, 22 Ιουνίου, άρχισαν να αποχωρούν από τις Σέρρες.

Ο ελληνικός στρατός συνέχισε την προέλασή του. Μετά τη νικηφόρα μάχη της Δοϊράνης (22 και 23 Ιουνίου) ξεχύθηκε στην κοιλάδα του Στρυμόνα. Οι Βούλγαροι αντέταξαν μία τελευταία άμυνα κοντά στο Σιδηρόκαστρο, το οποίο την εποχή εκείνη ονομαζόταν Ντεμίρ Χισάρ. Στη διήμερη μάχη που ακολούθησε (26 και 27 Ιουνίου) οι Βούλγαροι ανατίναξαν το μεσαίο τόξο της γέφυρας και υποχώρησαν προς βορρά. Προτού αποχωρήσουν από το Σιδηρόκαστρο, οι Βούλγαροι προέβησαν κι εδώ σε σφαγές κατοίκων της πόλης.

Εν τω μεταξύ, από τις 20 Ιουνίου οι βουλγαρικές αρχές άρχισαν να συλλαμβάνουν ως ομήρους επιφανείς πολίτες των Σερρών. Ανάμεσά τους, ο γυμνασιάρχης Λεωνίδας Παπαπαύλου, ο γιατρός Αναστάσιος Χρυσάφης, ο φαρμακοποιός Νέστωρ Φωκάς, ο αρτοποιός Γεώργιος Βλάχος και ο τραπεζίτης Κωνσταντίνος Σταμμούλης, οι οποίοι αργότερα βρέθηκαν κατακρεουργημένοι. Ο μητροπολίτης Σερρών Απόστολος τέθηκε κατ’ οίκον σε περιορισμό, ενώ του διεμηνύθη από τους βουλγαρικές αρχές να παραγγείλει στους Σερραίους να μην προβούν σε εχθρικές ενέργειες, γιατί διαφορετικά θα πυρπολούσαν την πόλη.

Στις 22 Ιουνίου οι βουλγαρικές αρχές των Σερρών άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη, με προορισμό τη Βουλγαρία. Η κυκλοφορία των πολιτών απαγορεύτηκε. Οι Σέρρες παρουσίαζαν όψη νεκρής πόλης. «Εβδομάς Παθών των Σερραίων Ελλήνων» έγραψε στα απομνημονεύματά του ο μητροπολίτης Απόστολος.

Στις 24 Ιουνίου συγκροτήθηκε ένοπλη πολιτοφυλακή από χίλιους χριστιανούς και οθωμανούς, για την προστασία των κατοίκων των Σερρών. Επικεφαλής τέθηκε με υπόδειξη του μητροπολίτη Απόστολου ο Τούρκος συνταγματάρχης Αγκιά Μπέης, που είχε συλληφθεί αιχμάλωτος κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου και καταγόταν από τις Σέρρες. Από την επομένη, η πολιτοφυλακή ανέλαβε δράση και κατόρθωσε να απωθήσει μετά από αψιμαχίες βουλγαρικά αποσπάσματα που προσπαθούσαν να μπουν στην πόλη.

Όμως, το βράδυ της 27ης Ιουνίου δύναμη του βουλγαρικού στρατού κατέλαβε από τους πολιτοφύλακες τα γύρω υψώματα των Σερρών και την Ακρόπολη, όπου έστησε τα κανόνια της. Από τις 10 το πρωί της επομένης (28ης Ιουνίου), άρχισε ο βομβαρδισμός των Σερρών. Έντρομοι οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη και με φάλαγγες να τραβούν για το Στρυμόνα, όπου οι ελληνικές δυνάμεις προσπαθούσαν να γεφυρώσουν το ποτάμι. Οι ανεκπαίδευτοι πολιτοφύλακες ήταν εύκολη λεία για τους άντρες του βουλγαρικού ιππικού, που μπήκαν στην πόλη και σκόρπισαν τον όλεθρο.

Τις πρώτες μεσημβρινές ώρες της 28ης Ιουνίου, Βούλγαροι στρατιώτες απήγαγαν 150 άτομα που ήταν οχυρωμένα στο προξενείο της Αυστροουγγαρίας, μαζί με τον υποπρόξενο. Τους οδήγησαν στο βουνό και τους απελευθέρωσαν μόνο όταν πήραν λύτρα. Λύτρα εισέπραξαν και από τον πρόξενο της Ιταλίας για να μην ανατινάξουν το κτίριο του προξενείου, στο οποίο είχαν καταφύγει περίπου 600 άτομα, ανάμεσά τους και πολλά γυναικόπαιδα.

Γύρω στις 2 μετά τα μεσημέρι ο διευθυντής της τοπικής βουλγαρικής Αστυνομίας Καραγκιόζοφ έδωσε εντολή να πυρποληθεί το κέντρο της πόλης. Η καταστροφή  των Σερρών ήταν σχεδόν ολοκληρωτική. Η εικόνα της πόλης, εφιαλτική. Από τα 6.000 σπίτια των Σερρών τα 4.000 κάηκαν, καθώς και 1000 καταστήματα. Άτομα ανήμπορα, γέροι, άρρωστοι, έγκυες, νήπια, κείτονταν απανθρακωμένα μέσα στα ερείπια των σπιτιών τους. Τα θύματα της φωτιάς υπολογίζονται σε 100.

Πηγή: sansimera.gr | Το διαβάσαμε εδώ

10:42:00 μ.μ.
Δυστυχώς στους Βαλκανικούς πολέμους το 1912 οι Βούλγαροι έφθασαν πρώτοι στις Σέρρες και οι Σερραίοι δέχθηκαν την εκδίκηση τους.

ΣΕΡΡΕΣ, 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 1913, ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΕΡΡΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ,

Στην οκτάμηνη κατοχή τους έβγαλαν τα προαιώνια απωθημένα τους. Εκδικήθηκαν πολλούς Μακεδονομάχους και έθεσαν το θέμα να εκβουλγαρίσουν τις Σέρρες ή αλλιώς να τις εξαφανίσουν από το γεωγραφικό χάρτη. Αφού δεν κατόρθωσαν το πρώτο επιδίωξαν το δεύτερο με την πυρπόληση της πόλεως κατά την αναχώρηση τους, μετά από την πανωλεθρία που έπαθαν στη μάχη του Λαχανά.

Τότε έβαλαν σφαγή στη Νιγρίτα και στο Σιδηρόκαστρο.Το ίδιο επιδίωξαν να κάνουν στις Σέρρες αλλά δεν το κατόρθωσαν. Οι Βούλγαροι ζήτησαν από το μητροπολίτη Απόστολο να προτρέψει τους κατοίκους να μην αντιδράσουν εναντίον τους, αλλά αυτός αντίθετα όταν το απαίτησαν οι συνθήκες οργάνωσε την άμυνα των κατοίκων κατά των Βουλγάρων και απέφυγε τη σφαγή.

Ενα τμήμα του Ελληνικού στρατού μπήκε κρυφά στις Σέρρες και ενίσχυσε την Ελληνική πολιτοφυλακή.Στις 28/6/1913 προ της αναχωρήσεώς των οι Βούλγαροι λεηλάτησαν την πόλη αφού κατατρόμαξαν τον πληθυσμό με βολές πυροβολικού από τα βόρεια υψώματα.

Απερίγραπτες είναι οι σκηνές της πυρπόλησης και της καταστροφής των Σερρών του 1913 από τους Βουλγάρους.Κάηκαν τα περισσότερα μνημεία (ναοί , σχολεία ) της πόλης, τέσσερις χιλιάδες σπίτια και χίλια καταστήματα. Το βράδυ της 28ης Ιουνίου κατέφθασε η Ελληνική εμπροσθοφυλακή με τον ταγματάρχη Μαζαράκη και την 29η το πρωί έφθασε η VII Μεραρχία.

Η υποδοχή έγινε ανατολικά της πόλης, στην τοποθεσία του Αγίου Γεωργίου του Κρυονερίτου, εκεί όπου πριν από 530 χρόνια έγινε η συνθήκη της παράδοσης της πόλης στους Τούρκους. 

Επηκολούθησαν ανέκφραστες και απερίγραπτες στιγμές συγκίνησης και εθνικού ενθουσιασμού στην πόλη. Μέσα από τους θρήνους, τους στεναγμούς, τους καπνούς και της φλόγες πρόβαλε η ελευθερία έπειτα από 530 χρόνια (1383-1913) σκλαβιάς.

Ο πληθυσμός παρ’ ότι ήταν άστεγος, νηστικός πανηγύριζε το μέγα γεγονός της απελευθερώσεως του.Επακολούθησαν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας για τις ωμότητες των Βουλγάρων προς τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ξανάρχισαν μια καινούργια ζωή μέσα από τα ερείπια και τις στάχτες. Έκτισαν από την αρχή τα καμμένα σπίτια τους και προσπάθησαν να καλύψουν το χάος που τους άφησαν ο εχθρός.

Δυστυχώς επακολούθησαν οι Α’ και Β’ παγκόσμιοι πόλεμοι όπου και πάλι η περιοχή αυτή περιήλθε στις γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις. Νέες συμφορές και εκδικήσεις από τους Βουλγάρους προσετέθησαν σε πολλούς κατοίκους της περιοχής. Ομηρία, ξυλοδαρμοί, φυλακίσεις και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι Βούλγαροι και πάλι έβγαλαν τα απωθημένα τους.

Από Ομάδα ΣΣΕ στο facebook

1:17:00 μ.μ.
Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής, και προκάλεσε μετασεισμικές δονήσεις στη Δύση, επηρεάζοντας επί αιώνες γεωπολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά την ευρύτερη περιοχή.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ, 29 ΜΑΙΟΥ 1453, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, ΜΩΑΜΕΘ Β',

Η πρωτεύουσα του Βυζαντίου, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, πολιορκήθηκε από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαϊου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία ουσιαστιά έπαψε να υπάρχει.

Από τις αρχές του 1453 ο σουλτάνος προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών, στόλο 400 πλοίων και πυροβολικό που βρισκόταν στην αιχμή της τεχνολογίας της εποχής. Συγκριτικά, οι Βυζαντινοί είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού.

Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα, μετά την επανάκτησή της το 1261, οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωσή του. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα και της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα.

Οι εκκλήσεις της Πόλης είχαν αγνοηθεί και η βοήθεια που είχε σταλεί στη διάρκεια αυτής της κρίσης ήταν αμελητέα. Στους Οθωμανούς η νίκη δεν προσέφερε μόνο μία νέα αυτοκρατορική πρωτεύουσα, αλλά και εξασφάλισε ότι η αυτοκρατορία τους θα είχε διάρκεια. Για τους Έλληνες η κατάκτηση σήμανε το τέλος του βυζαντινού πολιτισμού και οδήγησε στην ομαδική αποχώρηση των λογίων, που είχε ως συνέπεια την καταπλητική επέκταση των ελληνικών σπουδών κατά την ευρωπαϊκή Αναγέννηση.

Πηγή: cna.gr

9:55:00 μ.μ.
Σερραίοι πεσόντες στις μάχες στο Μπέλες, από 6-9 Απριλίου 1941 κατα την εισβολή των Γερμανών

ΜΑΧΗ ΟΧΥΡΩΝ, ΟΧΥΡΑ ΡΟΥΠΕΛ, ΟΧΥΡΟ ΙΣΤΙΜΠΕΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΠΕΛΕΣ, 1941,

Kαμπαγιαννάκης Ιωάννης Γεώργιος 1906
Ροδόπολη Σερρών 6/4/41 Δεμίρ Καπού

Παπαδόπουλος Χρυσέλης Νικόλαος 1904
Ροδόπολη Σερρών 6/4/41 Δεμιρ Καπού Μπέλες

Παπαδόπουλος Σωτήριος Μιχαήλ 1917
Ροδόπολη Σερρών 6/4/41 μάχη Μπέλες

Γλουζίδης Σάββας Σάββας 1917
Καστανούσα Σερρών 6/4/41 Δεμίρ Καπού VΙα
Συνοριακός Τομέας

Πολατσίδης Γεώργιος Παύλος 1907
Καστανούσα Σερρών 6/4/41 Μπέλες

Γρηγοριάδης Ισαάκ Δημήτριος 1917
Πλατανάκια Σερρών 6/4/41 Μπέλες VΙα
Συνοριακός Τομέας

Γρηγοριάδης Τριαντάφυλλος Αλέξανδρος 1908
Πλατανάκια Σερρών 6/4/41 Δεμίρ Καπού Μπέλες

Δρακούλης Αλέξιος Κων/νος 1911
Μεγαλοχώρι Σερρών 6/4/41 Ιστίμπεη

Μοναστιρλής Σωτήριος Γεώργιος 1905
Μεγαλοχώρι Σερρών 6/4/41 Ρουπέσκο

Σταυράκης Αθανάσιος Δημήτριος 1910
Μεγαλοχώρι Σερρών 6/4/41 Ιστίμπεη

Παρασκευόπουλος Καλούδης Ιωάννης 1911
Μεγαλοχώρι Σερρών 6/4/41

Άνω Πορρόϊα Σερρών 6/4/41Δεμίρ Καπού

Κορδένης Δημήτριος Χρήστος
Άνω Πορρόϊα Σερρών 6/4/41 Δεμίρ Καπού

Μπουτκοβάλης Αργύριος Πέτρος 1918
Άνω Πορρόϊα Σερρών 6/4/41 Δεμίρ Καπού Μπέλες

Παπαγεωργίου Αθανάσιος 1910
Άνω Πορρόϊα Σερρών 6/4/41 Ρουπέσκο

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος
Άνω Πορρόϊα Σερρών 6/4/41 Δεμιρ Καπού Μπέλες

Σαλονικίδης
Άνω Πορρόια Σερρών 6/4/41 Δεμίρ Καπού

Χουρσουτίδης Παναγιώτης Κυριάκος 1918
Άνω Πορρόϊα Σερρών 6/4/41 Κίς Μπουνάρ

Κωνσταντίνου Θεόδωρος Αλέξανδρος 1915
Δασοχώρι Σερρών 6/4/41 Ιστίμπεη

Μπουραζανίδης Πολίτης Συμεών 1914
Δασοχώρι Σερρών 6/4/41 Πετρίτσι

Τσαβδαρίδης Χαράλαμπος Νικόλαος 1917
Δασοχώρι Σερρών 6/4/41 Πετρίτσι

Λέων ή Λάϊος Ευστράτιος Ιωάννης 1911
Λιμνοχώρι Σερρών 6/4/41

Γεωργιάδης Χρήστος Σάββας 1917
Ακριτοχώρι Σερρών 7/4/41

Ζαντικιάν Πέτρος Χαρουτιούν 1911
Πετρινό Σιντικής Σερρών 6/4/41

Ιωάννου Πετρινό
Ακριτοχωρίου Σερρών 6/4/41

Μπότσανος Στέργιος Λάζαρος 1905
Ακριτοχώρι Σερρών 6/4/41

Παπαδόπουλος Βλάσιος Δημήτριος 1911
Ακριτοχώρι Σερρών 6/4/41

Σαρόγλου Γεώργιος Κυριάκος 1918
Ακριτοχώρι Σερρών 7/4/41

Δέλιος Ιωάννης Ευάγγελος 1911
Ν. Πετρίτσι Σερρών 6/4/41

Κυριακού Ηλίας Γεώργιος 1912
Ν. Πετρίτσι Σερρών 6/4/41

Κωνσταντινίδης Σολομών Γεώργιος 1908
Ν. Πετρίτσι Σερρών 6/4/41

Πορφιρίδης Ηλίας Ιωακείμ 1906
Πετρίτσι Σερρών 6/4/41 Μπέλες

Σιούλης Ιωάννης Αναστάσιος 1904
Πετρίτσι Σερρών 6/4/41

Τσιφτσίνης Δημήτριος Αντώνιος 1909
Ν. Πετρίτσι Σερρών 6/4/41

Καβουκτσής ή Καβουκίζης Φώτιος Κων/νος 1909
Βυρώνεια Σερρών 6/4/41

Μιχαηλίδης Θεόδωρος Γεώργιος 1913
Βυρώνεια 6/4/41

Αναστασιάδης Ιορδάνης Καλούδης 1911
Σέρρες 6/4/41 Ιστίμπεη

Αρβανιτίδης Δημήτριος Ιωάννης 1917
Σέρρες 6/4/41

Βλάχος Αθανάσιος Δημήτριος 1919
Σέρρες 6/4/41

Καβαζής Ιωάννης Γεώργιος 1905
Σέρρες 6/4/41

Παπαευαγγέλου Γρηγόριος Βενέτης 1905
Σέρρες 9/4/41

Πασχάλης Βασίλειος Μαρίνος 1907
Σέρρες 6/4/41

Τάνιος Πέτρος Ιορδάνης 1907
Σέρρες 6/4/41

Τεκταμλίδης Σάββας Ιωάννης 1911
Σέρρες 6/4/41

Χατζηδημητρίου Γρηγόριος Γεώργιος 1911
Σέρρες 6/4/41

Ξυλοκαγιάννης ή Ξυλοκαέννης Μιχαήλ Ιωάννης 1911
Σέρρες 6/4/41

Δεμέτης Νικόλαος Γεώργιος 1919
Αηδονοχώρι Σερρών 6/4/41

Χαλκίδης Δημήτριος Γρηγόριος 1907
Λευκώνας Σερρών 6/4/41

Ελευθεριάδης Νικόλαος Σάββας 1905
Λευκώνας Σερρών 6/4/41

Εμμανουήλ Δημήτριος Κων/νος 1913
Γάζωρο Σερρών 6/4/41

Μπαμπίτσης Σωκράτης Γεώργιος 1913
Πεντάπολη Σερρών 6/4/41

Ζαπάρας Πασχάλης Ιωάννης 1907
Μελενικίτσι Σερρών 6/4/41

Κούκος Χρήστος Ανδρέας 1915
Μελενικίτσι Σερρών 6/4/41

Μπούκας Γεώργιος Μιχαήλ 1916
Μελενικίτσι Σερρών 6/4/41

Κλύκας Ιωάννης Γεώργιος 1911
Άγ. Δημήτριος Σερρών 6/4/41

Μελάχρης Ιωάννης Ηλίας 1909
Αδελφικό Σερρών 6/4/41

Κοτόπουλος Νικόλαος Σωτήριος 1913
Καλόκαστρο Σερρών 6/4/41

Μακρής Νικόλαος
Λιβαδειά Σερρών 6/4/41

Σίσκος Κων/νος Χρυσόστομος 1913
Λιβαδειά Σιντικής Σερρών

Βαβαλέτσκος ή Μπαμπαλέτσκος Αναστάσιος Θεοδόσιος 1911
Ν. Σκοπό Σερρών

Γκίκας Χαράλαμπος Γεώργιος 1907
Βαλτερό Σερρών 6/4/41

Βουγιούκας Δημήτριος Παναγιώτης 1905
Σιτοχώρι Σερρών 6/4/41

Γκόγκας Θεολόγης Δημήτριος 1907
Ν. Σούλι Σερρών 6/4/41

Σατχιώτης Κων/νος Άγγελος 1911
Καστανοχώρι Σερρών 6/4/41

Σιδηρόπουλος Θεμιστοκλής Βασίλειος 1906
Αμμουδιά Σερρών 6/4/41

Χαριστόπουλος ή Χαριστές Αριστείδης Δημήτριος 1917
Αμμουδιά Σερρών

Πυργούδας Ιωάννης Παναγιώτης 1913
Άγ. Πνεύμα Σερρών 6/4/41

Τζιλάκης Κων/νος Σταύρος 1914 Βαλτερό Σερρών 6/4/41 

Τσιακούρης Κων/νος Αθανάσιος 1915
Βαλτερό Σερρών 6/4/41

Φωτειάδης Αιμιλιανός Δαμιανός 1918
Δάφνη Σερρών 10/4/41

Χαϊδάρης Γεώργιος Παναγιώτης 1918
Ίβηρα Σερρών 6/4/41

Αραμπατζής Αθανάσιος Ιωάννης 1905
Νιγρίτα Σερρών 6/4/41

Παπλιάκας Αστέριος Γεώργιος 1909
Νιγρίτα Σερρών 6-7/4/41

Πουλέκας Αλέξανδρος Βασίλειος 1907
Νιγρίτα 6/4/41

Σάλλιος Ιωάννης Γεώργιος 1903
Νιγρίτα Σερρών 7/4/41

Μουλάς Δημήτριος Σωτήριος 1917
Ευκαρπία Σερρών 6/4/41

Τριμούδης ή Πριμούδης Κων/νος Χρυσάφης 1911
Κερδύλια Σερρών 6/4/41

Γαζής Ιωάννης Αθανάσιος 1905
Καλά Δένδρα Σερρών 6/4/41

Αντιγραφή από τον συγγραφέα Ηλία Κοτρίδη | Πηγή: mygonimo.blogspot.gr
 

Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941 και παρά την ισχυρή και εντυπωσιακή αντίσταση των Ελλήνων και των στρατευμάτων τους, η υποχώρηση ήρθε 4 μέρες αργότερα . Η παράδοση έγινε στις 9 Απριλίου.


Πολλά είναι τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν για την ηρωϊκή αντίσταση των Ελλήνων. Ένας λοχίας όμως παίρνει τον πρώτο ρόλο.

Ομολογουμένως, το πρόσωπο που ξεχώρισε μέσα απο το γεγονός αυτό είναι ο λοχίας Δημήτρης Ίτσιος, ο οποίος μόνος του με ακόμα πέντε άντρες απέκρουσε την εισβολή των Γερμανών και εξολόθρευσε με το πολυβόλο πάνω απο 250 στρατιώτες της Βερμαχτ.

Ο Δημήτρης Ίτσιος ήταν, έφεδρος υπαξιωματικός του Ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Επικεφαλής ολιγάριθμων ανδρών αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων στην επίθεση που δέχθηκε και από το πολυβολείο του προκάλεσε μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Παραδόθηκε μαζί με τους άνδρες του όταν τα πυρομαχικά τους εξαντλήθηκαν, αλλά δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τον επικεφαλής γερμανό σωματάρχη, στρατηγό Σόρνερ.Ο Ίτσιος είχε ρίξει 38.000 σφαίρες εναντίον των Γερμανών!

Οι Γερμανοί λοιπόν, εισέβαλαν την 6η Απριλίου του 1941 προσπαθώντας να διασπάσουν τη γραμμή Μεταξά, από τα σύνορα της Ελλάδας με την Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία. Όλοι οι Έλληνες στρατιώτες έδωσαν μια ηρωική μάχη και αντιστάθηκαν δυναμικά στους Γερμανούς.

Ο Δημήτρης Ίτσιος όμως, έφεδρος λοχίας και επικεφαλής της αντίστασης στο πολυβολείο, Π8 στην ομορφοπλαγιά του Μπέλες πάνω από τα Άνω Πορόια Σερρών, αν και μόνος του με πέντε μόνο στρατιώτες , δεν παραδόθηκε .

Ο λοχίας Ίτσιος αποδείχτηκε πολύ πιο δυναμικός απο ότι υπολόγιζαν. Η αντίστασή του κράτησε όσο περισσότερο μπορούσε και πιο συγκεκριμένα μέχρι να του τελειώσουν τα πυρομαχικά.

Με πάνω απο 38 χιλιάδες σφαίρες σκότωσε πάνω απο 250 Γερμανούς στρατιώτες και τον σημαντικό για τους αντιπάλους, αντισυνταγματάρχη, Έμπελινγκ. Ο Ίτσιος είχε ως εντολή να σταματήσει τους Γερμανούς ώστε οι ελληνικές δυνάμεις να καταφέρουν να κερδίσουν τ χρόνο. Ωστόσο, τη στιγμή που οι Γερμανοί τον εγκλωβίζουν ο Έλληνας λοχίας δίνει διαταγή στους άλλους πέντε στρατιώτες να αποχωρήσουν ώστε να αντιμετωπίσει μόνος του τη νέα επίθεση.

Ωστόσο, δύο απο τους φαντάρους αρνήθηκαν πεισματικά να αφήσουν τον επικεφαλής, Ίτσιο και έτσι οι τρεις άντρες άρχισαν να αποκρούουν τις απανωτές γερμανικές επιθέσεις. Κατάφεραν να αποφύγουν όλες τις βολές των Στούκας καθώς και να αντιμετωπίσουν την επίθεση των χερσαίων δυνάμεων των Γερμανών.

Δυστύχως, η εξάντληση των πυρομαχικών τους τους ανάγκασε να παραδοθούν. Οι Γερμανοί πλησίασαν επιφυλακτικά τους άντρες και άρχισε ένας διάλογος μεταξύ του Έλληνα λοχία και Γερμανού επικεφαλής:

Στρατηγός Σόρνερ: Που είναι ο αξιωματικός σου;
Λοχίας Δημήτρης Ίτσιος: δεν υπάρχει, εγώ είμαι επικεφαλής
Στρατηγός Σόρνερ: εσύ;
Λοχίας Δημήτρης Ίτσιος: ναι;
Στρατηγός Σόρνερ: συγχαρητήρια, με την αντίσταση σου ζωντάνεψες το πνεύμα των προγόνων σου
Λοχίας Δημήτρης Ίτσιος: έκανα το καθήκον μου
Στρατηγός Σόρνερ: και τώρα πρέπει να κάνω και εγώ το δικό μου. Μου στοίχισες πάνω από διακόσιους άνδρες.

Ο Γερμανός διοικητής διέταξε να τον σκοτώσουν. Όταν ο Ίτσιος ρώτησε γιατί, δεν έλαβε καμία απάντηση. Ο Σόρνερ έδωσε εντολή να τον τιμήσουν και στη συνεχεια τον εκτέλεσε ο ίδιος.
Τους δύο άλλους άντρες, που παρέμειναν στο πλευρό του Ίτσιου, τους άφησε ελεύθερους. Αυτοί άλλωστε ήταν που διηγήθηκαν τα γεγονότα και την αυτοθυσία του Ίτσιου, που έμεινε στην ιστορία.

Ο Ίτσιος παρασημοφορήθηκε και ένα στρατόπεδο πήρε το όνομα του. Στον Ίτσιο αποδόθηκε ο βαθμός του Επιλοχία καθώς και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας.

Αρκετό καιρό αργότερα, το 1946 η σύζυγος του Ίτσιου κατάφερε να ανασύρει τα οστά του άνδρα της και να τα μεταφέρει για ενταφιασμό στο χωριό τους, τα Άνω Πορρόια.

Ο λοχίας με τη στρατηγική και τον ηρωισμό του συνέβαλε σημαντικά στην αντίσταση της εισβολής των Γερμανών, κερδίζοντας χρόνο για τους συμπατριώτες του. Με τη θυσία του όμως, κέρδισε και τον Γερμανό στρατηγό, ο οποίος δεν κατάφερε να προσπεράσει τη ναζιστική χυδαιότητα.

Δείτε άλλο ένα σχετικό άρθρο


 Προτάθηκε από Κώστας Κ. | Γράφτηκε από Φ. Καρβουνοπούλου | Πηγή: militaire.gr

2:20:00 μ.μ.
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν ο Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833 - 1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη του γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό, Στέφανου Δραγούμη.

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ,

Ονοματεπώνυμο: Παύλος Μελάς
Γέννηση: 29 Μαρτίου 1870 (Μασσαλία, Γαλλία)
Θάνατος: 13 Οκτωβρίου 1904 (Στάτιστα, Οθωμανική αυτοκρατορία)
Ψευδώνυμο: Μίκης Ζέζας
Υπηκοότητα: Έλληνας
Βαθμός: Λοχαγός
Μάχες: Μακεδονικός Αγώνας

Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων.

Ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού. Στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα και πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην περιοχή της Μακεδονίας. Στην Ελλάδα θεωρείται ηρωϊκή φιγούρα και έχουν ονομαστεί προς τιμή του το χωριό Μελάς της Καστοριάς και ο Δήμος Παύλου Μελά στην κεντρική Μακεδονία.

Υπήρξε δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής οργάνωσης, που είχε ως σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων με κάθε θυσία, και έπαιξε αρνητικό ρόλο στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Με την έκρηξη του πολέμου μάχεται στα μέτωπα της Θεσσαλίας, ως διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας. Είναι αισιόδοξος για την έκβασή του, ώστε γράφει στους γονείς του: «...Αν ο θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. ΄Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια...». Δέκα μέρες αργότερα, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τον απογοητεύει και τον αηδιάζει. «Οι ηλίθιοι που φωνάζουν εναντίον του (εννοεί τον διάδοχο Κωνσταντίνο) έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου, ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός...» γράφει εκ νέου στους γονείς του.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τον απασχολεί έντονα η κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τον ανησυχεί η δράση των κομιτατζήδων, που επιδιώκουν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τον επηρεάζει έντονα ο Μακεδόνας πεθερός του Στέφανος Δραγούμης, ενώ έχει πληροφόρηση από πρώτο χέρι από τον αδελφό της γυναίκας του Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετεί ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα ΠΓΔΜ).

Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λογαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, συμμετέχει σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που τη φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα), κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη. Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους. Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψαν στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.

Τον Ιούλιο, ενώ υπηρετούσε στη Σχολή Ευελπίδων, ζήτησε 20ήμερη άδεια και έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Μακεδονία. Στο πλαστό διαβατήριό του αναγραφόταν το όνομα Πέτρος Δέδες και ως επάγγελμα δήλωνε ζωέμπορος. Μόλις έφθασε στην Κοζάνη συναντήθηκε με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και αποφασίστηκε η συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με τη στρατολόγηση ανδρών από τις γύρω περιοχές και η ανάληψη άμεσης δράσης στη Δυτική Μακεδονία. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.

Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Λίγο πριν από την αναχώρησή του εξομολογείτο στη γυναίκα του: «...Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ αλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν». Και από τη Λάρισα συμπλήρωνε με νέο γράμμα προς την σύζυγό του, ωσάν να προαισθανόταν το τέλος του: «...Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου...».

Στις 28 Αυγούστου ο Καπετάν Μίκης Ζέζας διέβη τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.

Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρά του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε γνωστός στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, λόγω του ακέραιου και αγνού χαρακτήρα του ανδρός, αλλά και του γνωστού ονόματος της οικογένειάς του, που είχε μεγάλους δεσμούς με τη Μακεδονία και την κοινωνία των Αθηνών. Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, που κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.

Δείτε επίης:

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά
Ιωάννης Μακρυγιάννης - Ένας από τους κορυφαίους αγωνιστές του ’21
Εμμανουήλ Παπάς - Ο αρχηγός των εξεγερμένων Ελλήνων στη Μακεδονία
Ζαχαρίας Αθανασίου - Σερραίος αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης
Μητρούσης Γκογκολάκης (Καπετάν Μητρούσης) - Ο θρύλος της Ανατολικής Μακεδονίας και ηρωϊκή φυσιογνωμία του Μακεδονικού Αγώνα στις Σέρρες
Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας (Σκουφάς-Ξάνθος-Τσακάλωφ)

Πηγές: wikipedia.org | sansimera.gr | greekworldhistory.blogspot.gr

9:21:00 μ.μ.
Το 1814 στην Οδησσό, συναντούνται τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνωμοτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων και την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους. Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα.


Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς ένα από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε ως Νικόλαος Κουμπάρος στο Κομπότι της Άρτας το 1779. Το επίθετο Σκουφάς του κόλλησε σαν παρατσούκλι όταν δούλευε ως μικροβιοτέχνης κατασκευαστής σκούφων. Η δύσκολη βιοπάλη και η σκλαβιά τον οδηγούν να μεταναστεύσει το 1813 στην Ρωσία. Εκεί προσπαθεί χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να ασχοληθεί πάλι με του σκούφους και έτσι αναγκάζεται να δουλέψει ως υπάλληλος σε μεγάλους εμπορικούς οίκους ομοεθνών του.

Στην Οδησσό γνωρίζεται με τους υπόλοιπους της τριανδρίας, Ξάνθο και Τσακάλωφ. Έπειτα από πρόταση του, το 1814 ιδρύουν την μυστική Φιλική εταιρεία και αρχίζουν την μύηση μελών στο ιερό σχέδιο, στην αρχή στις πόλεις της Ρωσίας και έπειτα οπουδήποτε υπάρχει ελληνισμός. Ο Σκουφάς είναι αυτός που προσαρμόζει τις γνώσεις του Τσακάλωφ για τον συνομωτισμό και τη μασονική εμπειρία του Ξάνθου στα μέτρα μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης του σκλαβωμένου ελληνισμού.

Τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα και γεμάτα απογοητεύσεις για τους πρωτεργάτες της Φιλικής. Το 1818 ο Σκουφάς αποφασίζει να πάει στην Κωνσταντινούπολη μιας και η ιδέα του για την μεταφορά της έδρας της φιλικής εταιρείας στην Πελοπόννησο δεν εγκρίνεται από τα υπόλοιπα μέλη. Εκεί η κακή του υγεία και η απογόητευση για τους αργούς ρυθμούς ανάπτυξης της Φφιλικής εταιρείας τον οδηγούν σε καρδιακή προσβολή. Το 1819 πεθαίνει στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να προλάβει να δει τις ιδέες του για επανάσταση να φλογίζουν τις καρδίες των Ελλήνων και να οδηγούν στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Θάφτηκε στο ναό των Ταξιαρχών. [artainfo.gr]


Εμμανουήλ Ξάνθος

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν ηγετική μορφή τής Φιλικής Εταιρείας, από τα κυριότερα ιδρυτικά μέλη της και μία από τις περισσότερο δραστήριες προσωπικότητές της.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Πατμιάδα Ακαδημία της γενέτειράς του, ο Ξάνθος, 20 χρονών περίπου, μετανάστευσε στην Τεργέστη, όπου επιδόθηκε στο εμπόριο. Το 1810 εγκαταστάθηκε στην Οδησσό, κοντά στον μεγαλέμπορο Βασίλειο Ξένο.

Στην Οδησσό,  το  1814, ίδρυσε μαζί με τους Νικόλαο Σκουφά και Αθανάσιο Τσακάλωφ την Φιλική Εταιρεία της οποίας σκοπός ήταν η απελευθέρωση και η κοινωνική αποκατάσταση της υπόδουλης Ελλάδας. Για την καλύτερη εκπλήρωση του έργου του, τον Δεκέμβριο τού  ίδιου  έτους ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ΜΕΓΑΡΕΥΜΑ, όπου το κατάστημα του έγινε ουσιαστικά η μυστική έδρα της Εταιρείας. Μετά την διεύρυνση του ηγετικού κύκλου τής Εταιρείας με την εισδοχή  των  Π.  Αναγνωστοπούλου (1816), Αθ. Σέκερη (1818) κ.δ., ο Ξάνθος κατείχε στην ιεραρχία την όγδοη θέση.

Κατά  την  σύσκεψη  των  Φιλικών στην  Κωνσταντινούπολη,  το  1818, ανατέθηκε στον Ξάνθο η προεργασία για την αναζήτηση μιας προσωπικότητας άξιας να αναλάβει την αρχηγία.

Για τον σκοπό αυτό διαπεραιώθηκε στη Θεσσαλία με την εντολή να παραλάβει συστατικές επιστολές από τον Άνθιμο Γαζή, μέλος ήδη της Φιλικής Εταιρείας.  Ταξίδευσε  στη  Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τους Φιλικούς Αντώνιο Κομιζόπουλο και Ν. Πατσιμάδη, με τους οποίους οργάνωσε σύσκεψη για την προπαρασκευή της Επανάστασης  και την  κάθοδο  του Ιωάννη Βαρβάκη στο Αιγαίο. Τον Ιανουάριο του 1820 επισκέφθηκε στην Πετρούπολη τον Έλληνα υφυπουργό Εξωτερικών  της  τσαρικής  Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια. Μετά την άρνηση του Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία τής Φιλικής Εταιρείας, ο Ξάνθος ανέθεσε τελικά την ανώτατη αρχή των Φιλικών στον στρατηγό Αλέξανδρο  Υψηλάντη, υπασπιστή τού τσάρου Αλεξάνδρου Α'. Μαζί με τον Υψηλάντη ίδρυσε την «Εθνική Κάσσα» (Ταμείο), για την οικονομική ενίσχυση του προετοιμαζόμενου Αγώνα.

Μετά την αποτυχία του υπό τον Υψηλάντη κινήματος στη Μολδοβλαχία (Φεβρουάριος 1821 ), ο Ξάνθος ταξίδευσε στα κέντρα των ελληνικών παροικιών,   αναλαμβάνοντας   την προσπάθεια για εξασφάλιση οικονομικής ενίσχυσης του Αγώνα, που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1823 διαπεραιώθηκε μαζί με τον Τσακάλωφ  από την Τεργέστη  στην επαναστατημένη Πελοπόννησο. Διέμεινε για ένα μικρό διάστημα στην Τρίπολη, κοντά στον Δημήτριο Υψηλάντη, ο οποίος τον έπεισε να αναχωρήσει στο Μόχατς της Ουγγαρίας, για να διοργανώσει την απόδραση τού κρατούμενου στις εκεί φυλακές Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε να ενδώσει στο σχέδιο τής απόδρασης και ο Ξάνθος επέστρεψε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος στην Επανάσταση.

Γύρω στο 1827, λίγο πριν από την αναμενόμενη άφιξη του Καποδίστρια, ο Ξάνθος αναχώρησε στο Βουκουρέστι, όπου αποσύρθηκε και ιδιώτευσε.

Έμεινε σε τέτοιον βαθμό λησμονημένος, ώστε να πιστεύεται ότι είχε πεθάνει. Αυτό πίστευε και ο Αναγνωστόπουλος, όταν, το 1834, δημοσίευσε στον Αιώνα του Ιωάννη Φιλήμονα λίβελο εναντίον του Ξάνθου, κατηγορώντας  τον  ότι  είχε  διασκορπίσει αλόγιστα τα χρήματα τής «Εθνικής Κάσσας». Για να διαψεύσει την κατηγορία, ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε το 1837 στην Αθήνα. Εκεί του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Σωτήρος και ένα επίδομα, το οποίο όμως, τελικά, ποτέ δεν έλαβε. Όταν το 1845 το τυπογραφείο Α. Γκαρμπολά εξέδωσε τα Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας του Ξάνθου, ο Φιλήμωνας αναγκάστηκε  να  ανασκευάσει  τις εναντίον του κατηγορίες. Και στην Αθήνα, όμως, ο πρωτεργάτης τής Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Ξάνθος έζησε παραγκωνισμένος και πάμπτωχος διαμένοντας σε μιαν άθλια καλύβα στην οδό Νικοδήμου αριθ. 27. Βυθισμένος σε έσχατη δυστυχία, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, ύστερα από πτώση του από την πίσω σκάλα της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει συνεδρίαση. Στην κηδεία του, του αποδόθηκαν τιμές στρατηγού. [megarevma.net]


Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, Έλληνας έμπορος και ένας από τους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, γεννήθηκε το 1790 στα Ιωάννινα και πέθανε το 1851 στην Μόσχα.

Προκειμένου αποφύγει το τυραννικό καθεστώς του Αλή πασά έφυγε αρχικά στη Μόσχα και μετά το Παρίσι για σπουδές. Το 1809 στο Παρίσι μυήθηκε στην επαναστατική εταιρία "Ξενόγλωσσο Ξενοδοχείο".

Το 1813 γνώρισε στην Οδησσό τον Νικόλαο Σκουφά και αργότερα τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αναγνωστόπουλο, με τους οποίους το 1814 ίδρυσε τη Φιλική Εταιρεία. Τον ίδιο χρόνο στη Βιέννη γνώρισε τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο ενημέρωσε σχετικά με τις μυστικές κινήσεις των Ελλήνων του εξωτερικού. Μετά έκανε περιοδείες στο Παρίσι, στη Μόσχα, στην Οδησσό και από εκεί μαζί με τον Άνθιμο Γαζή στην Κωνσταντινούπολη, τη Μακεδονία, τη Θράκη, το Βόλο και τη Σμύρνη.

Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον είχαν καλέσει οι εταίροι και του ανέθεσαν το φόνο του εταίρου Γαλάτη, ο οποίος είχε γίνει επικίνδυνος για το έργο τους και το Νοέμβριο του 1819 μαζί με το Δμητρακόπουλο πήγαν στην Ερμιόνη και εκεί σκότωσαν το Γαλάτη. Μετά πήγε στην Ιταλία και από εκεί στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου ο Υψηλάντης τον διόρισε υπουργό και υπασπιστή του Ιερού Λόχου. Αργότερα με τον Εμμανουήλ Ξάνθο κατέβηκε στην Πελοπόννησο.

Κατά την εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη έφυγε οριστικά από την Ελλάδα και πήγε στη Μόσχα, όπου εγκαταστάθηκε και απέκτησε οικογένεια. Από τότε αφοσιώθηκε στην ανατροφή των τριών γιων του και έμεινε μακριά από τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. [livepedia.gr]

Επιμέλεια: SerresLand Team
Από το Blogger.