[GDK][carousel2][#5E00FF]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9:21:00 μ.μ.
Το 1814 στην Οδησσό, συναντούνται τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνωμοτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων και την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους. Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα.


Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς ένα από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε ως Νικόλαος Κουμπάρος στο Κομπότι της Άρτας το 1779. Το επίθετο Σκουφάς του κόλλησε σαν παρατσούκλι όταν δούλευε ως μικροβιοτέχνης κατασκευαστής σκούφων. Η δύσκολη βιοπάλη και η σκλαβιά τον οδηγούν να μεταναστεύσει το 1813 στην Ρωσία. Εκεί προσπαθεί χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να ασχοληθεί πάλι με του σκούφους και έτσι αναγκάζεται να δουλέψει ως υπάλληλος σε μεγάλους εμπορικούς οίκους ομοεθνών του.

Στην Οδησσό γνωρίζεται με τους υπόλοιπους της τριανδρίας, Ξάνθο και Τσακάλωφ. Έπειτα από πρόταση του, το 1814 ιδρύουν την μυστική Φιλική εταιρεία και αρχίζουν την μύηση μελών στο ιερό σχέδιο, στην αρχή στις πόλεις της Ρωσίας και έπειτα οπουδήποτε υπάρχει ελληνισμός. Ο Σκουφάς είναι αυτός που προσαρμόζει τις γνώσεις του Τσακάλωφ για τον συνομωτισμό και τη μασονική εμπειρία του Ξάνθου στα μέτρα μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης του σκλαβωμένου ελληνισμού.

Τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα και γεμάτα απογοητεύσεις για τους πρωτεργάτες της Φιλικής. Το 1818 ο Σκουφάς αποφασίζει να πάει στην Κωνσταντινούπολη μιας και η ιδέα του για την μεταφορά της έδρας της φιλικής εταιρείας στην Πελοπόννησο δεν εγκρίνεται από τα υπόλοιπα μέλη. Εκεί η κακή του υγεία και η απογόητευση για τους αργούς ρυθμούς ανάπτυξης της Φφιλικής εταιρείας τον οδηγούν σε καρδιακή προσβολή. Το 1819 πεθαίνει στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να προλάβει να δει τις ιδέες του για επανάσταση να φλογίζουν τις καρδίες των Ελλήνων και να οδηγούν στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Θάφτηκε στο ναό των Ταξιαρχών. [artainfo.gr]


Εμμανουήλ Ξάνθος

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν ηγετική μορφή τής Φιλικής Εταιρείας, από τα κυριότερα ιδρυτικά μέλη της και μία από τις περισσότερο δραστήριες προσωπικότητές της.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Πατμιάδα Ακαδημία της γενέτειράς του, ο Ξάνθος, 20 χρονών περίπου, μετανάστευσε στην Τεργέστη, όπου επιδόθηκε στο εμπόριο. Το 1810 εγκαταστάθηκε στην Οδησσό, κοντά στον μεγαλέμπορο Βασίλειο Ξένο.

Στην Οδησσό,  το  1814, ίδρυσε μαζί με τους Νικόλαο Σκουφά και Αθανάσιο Τσακάλωφ την Φιλική Εταιρεία της οποίας σκοπός ήταν η απελευθέρωση και η κοινωνική αποκατάσταση της υπόδουλης Ελλάδας. Για την καλύτερη εκπλήρωση του έργου του, τον Δεκέμβριο τού  ίδιου  έτους ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ΜΕΓΑΡΕΥΜΑ, όπου το κατάστημα του έγινε ουσιαστικά η μυστική έδρα της Εταιρείας. Μετά την διεύρυνση του ηγετικού κύκλου τής Εταιρείας με την εισδοχή  των  Π.  Αναγνωστοπούλου (1816), Αθ. Σέκερη (1818) κ.δ., ο Ξάνθος κατείχε στην ιεραρχία την όγδοη θέση.

Κατά  την  σύσκεψη  των  Φιλικών στην  Κωνσταντινούπολη,  το  1818, ανατέθηκε στον Ξάνθο η προεργασία για την αναζήτηση μιας προσωπικότητας άξιας να αναλάβει την αρχηγία.

Για τον σκοπό αυτό διαπεραιώθηκε στη Θεσσαλία με την εντολή να παραλάβει συστατικές επιστολές από τον Άνθιμο Γαζή, μέλος ήδη της Φιλικής Εταιρείας.  Ταξίδευσε  στη  Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τους Φιλικούς Αντώνιο Κομιζόπουλο και Ν. Πατσιμάδη, με τους οποίους οργάνωσε σύσκεψη για την προπαρασκευή της Επανάστασης  και την  κάθοδο  του Ιωάννη Βαρβάκη στο Αιγαίο. Τον Ιανουάριο του 1820 επισκέφθηκε στην Πετρούπολη τον Έλληνα υφυπουργό Εξωτερικών  της  τσαρικής  Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια. Μετά την άρνηση του Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία τής Φιλικής Εταιρείας, ο Ξάνθος ανέθεσε τελικά την ανώτατη αρχή των Φιλικών στον στρατηγό Αλέξανδρο  Υψηλάντη, υπασπιστή τού τσάρου Αλεξάνδρου Α'. Μαζί με τον Υψηλάντη ίδρυσε την «Εθνική Κάσσα» (Ταμείο), για την οικονομική ενίσχυση του προετοιμαζόμενου Αγώνα.

Μετά την αποτυχία του υπό τον Υψηλάντη κινήματος στη Μολδοβλαχία (Φεβρουάριος 1821 ), ο Ξάνθος ταξίδευσε στα κέντρα των ελληνικών παροικιών,   αναλαμβάνοντας   την προσπάθεια για εξασφάλιση οικονομικής ενίσχυσης του Αγώνα, που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1823 διαπεραιώθηκε μαζί με τον Τσακάλωφ  από την Τεργέστη  στην επαναστατημένη Πελοπόννησο. Διέμεινε για ένα μικρό διάστημα στην Τρίπολη, κοντά στον Δημήτριο Υψηλάντη, ο οποίος τον έπεισε να αναχωρήσει στο Μόχατς της Ουγγαρίας, για να διοργανώσει την απόδραση τού κρατούμενου στις εκεί φυλακές Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε να ενδώσει στο σχέδιο τής απόδρασης και ο Ξάνθος επέστρεψε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος στην Επανάσταση.

Γύρω στο 1827, λίγο πριν από την αναμενόμενη άφιξη του Καποδίστρια, ο Ξάνθος αναχώρησε στο Βουκουρέστι, όπου αποσύρθηκε και ιδιώτευσε.

Έμεινε σε τέτοιον βαθμό λησμονημένος, ώστε να πιστεύεται ότι είχε πεθάνει. Αυτό πίστευε και ο Αναγνωστόπουλος, όταν, το 1834, δημοσίευσε στον Αιώνα του Ιωάννη Φιλήμονα λίβελο εναντίον του Ξάνθου, κατηγορώντας  τον  ότι  είχε  διασκορπίσει αλόγιστα τα χρήματα τής «Εθνικής Κάσσας». Για να διαψεύσει την κατηγορία, ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε το 1837 στην Αθήνα. Εκεί του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Σωτήρος και ένα επίδομα, το οποίο όμως, τελικά, ποτέ δεν έλαβε. Όταν το 1845 το τυπογραφείο Α. Γκαρμπολά εξέδωσε τα Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας του Ξάνθου, ο Φιλήμωνας αναγκάστηκε  να  ανασκευάσει  τις εναντίον του κατηγορίες. Και στην Αθήνα, όμως, ο πρωτεργάτης τής Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Ξάνθος έζησε παραγκωνισμένος και πάμπτωχος διαμένοντας σε μιαν άθλια καλύβα στην οδό Νικοδήμου αριθ. 27. Βυθισμένος σε έσχατη δυστυχία, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, ύστερα από πτώση του από την πίσω σκάλα της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει συνεδρίαση. Στην κηδεία του, του αποδόθηκαν τιμές στρατηγού. [megarevma.net]


Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, Έλληνας έμπορος και ένας από τους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, γεννήθηκε το 1790 στα Ιωάννινα και πέθανε το 1851 στην Μόσχα.

Προκειμένου αποφύγει το τυραννικό καθεστώς του Αλή πασά έφυγε αρχικά στη Μόσχα και μετά το Παρίσι για σπουδές. Το 1809 στο Παρίσι μυήθηκε στην επαναστατική εταιρία "Ξενόγλωσσο Ξενοδοχείο".

Το 1813 γνώρισε στην Οδησσό τον Νικόλαο Σκουφά και αργότερα τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αναγνωστόπουλο, με τους οποίους το 1814 ίδρυσε τη Φιλική Εταιρεία. Τον ίδιο χρόνο στη Βιέννη γνώρισε τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο ενημέρωσε σχετικά με τις μυστικές κινήσεις των Ελλήνων του εξωτερικού. Μετά έκανε περιοδείες στο Παρίσι, στη Μόσχα, στην Οδησσό και από εκεί μαζί με τον Άνθιμο Γαζή στην Κωνσταντινούπολη, τη Μακεδονία, τη Θράκη, το Βόλο και τη Σμύρνη.

Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον είχαν καλέσει οι εταίροι και του ανέθεσαν το φόνο του εταίρου Γαλάτη, ο οποίος είχε γίνει επικίνδυνος για το έργο τους και το Νοέμβριο του 1819 μαζί με το Δμητρακόπουλο πήγαν στην Ερμιόνη και εκεί σκότωσαν το Γαλάτη. Μετά πήγε στην Ιταλία και από εκεί στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου ο Υψηλάντης τον διόρισε υπουργό και υπασπιστή του Ιερού Λόχου. Αργότερα με τον Εμμανουήλ Ξάνθο κατέβηκε στην Πελοπόννησο.

Κατά την εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη έφυγε οριστικά από την Ελλάδα και πήγε στη Μόσχα, όπου εγκαταστάθηκε και απέκτησε οικογένεια. Από τότε αφοσιώθηκε στην ανατροφή των τριών γιων του και έμεινε μακριά από τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. [livepedia.gr]

Επιμέλεια: SerresLand Team

8:55:00 μ.μ.
Το 1814 στην Οδησσό, συναντούνται τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνωμοτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων και την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους.


Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα. Και οι τρεις έχουν ήδη γίνει κοινωνοί των επαναστατικών ιδεών και του εταιρισμού. Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Καρμποναρισμό. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί σε τεκτονική Στοά της Λευκάδας («Εταιρεία των Ελεύθερων Κτιστών», της Αγίας Μαύρας), ενώ ο Τσακάλωφ είχε υπάρξει ιδρυτικό μέλος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου.

Σκοπός της Φιλικής Εταιρείας είναι η γενική επανάσταση των Ελλήνων για την «ανέγερσιν και απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδoς μας», όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Ξάνθος. Και σημειώνει στα «Aπομνημονεύματά» του: ..δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων».

Η πορεία ανάπτυξης της Φιλικής είναι εντυπωσιακή. Το διάστημα 1814-1816 τα μέλη της αριθμούν περίπου 20. Ως τα μέσα του 1817 αναπτύσσεται κυρίως μεταξύ των Ελλήνων της Ρωσίας και της Μολδοβλαχίας, αλλά και πάλι τα μέλη της δεν υπερβαίνουν τα 30. Όμως, από το 1818 σημειώνονται αθρόες μυήσεις. Κατά το 1820 εξαπλώνεται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και τις περισσότερες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Χιλιάδες υπολογίζονται οι μυημένοι, μολονότι είναι γνωστά μόνο 1096 ονόματα. Τους πρώτους μήνες του 1821 τα μέλη της αριθμούν δεκάδες χιλιάδες. Η οργάνωση είχε υπερβεί τα ίδια της τα όρια.

Στις γραμμές της συσπειρώνονται κυρίως έμποροι και μικροαστοί, αλλά και Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες και κληρικοί, πρόσωπα που θα διαδραματίσουν αγωνιστικό ρόλο (θετικό ή αρνητικό) στον αγώνα για την ανεξαρτησία, όπως οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αναγνωσταράς, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), οι Φαναριώτες Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Νέγρης, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες Κουντουριώτηδες, οι μεγαλοκoτζαμπάσηδες Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός κ.ά.

Η όλη διάρθρωση της Φιλικής Εταιρείας στηρίχθηκε στα οργανωτικά πρότυπα των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων. Η ηγετική της ομάδα απεκαλείτο «η Αόρατος Αρχή» και περιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή με τέτοια μυστική αίγλη, ώστε να πιστεύεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πολλές σημαντικές προσωπικότητες, όχι μόνον Έλληνες μα και ξένοι, όπως ο τσάρος Αλέξανδρος Α' της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, τον πρώτο καιρό ήταν μόνο οι τρεις ιδρυτές της. Κατόπιν, από το 1815 έως το 1818, προστέθηκαν άλλοι πέντε και μετά το θάνατο του Σκουφά προστέθηκαν άλλοι τρεις. Το 1818 η Αόρατη Αρχή μετονομάστηκε σε «Αρχή των Δώδεκα Αποστόλων» και κάθε Απόστολος επωμίστηκε την ευθύνη μιας μεγάλης περιφέρειας.

Η όλη δομή ήταν πυραμιδοειδής και στην κορυφή δέσποζε η «Αόρατος Αρχή». Κανείς δε γνώριζε ούτε είχε δικαίωμα να ρωτήσει ποιοι την αποτελούσαν. Οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί, ενώ τα μέλη δεν είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις. Η Εταιρεία απεκαλείτο «Ναός» και είχε τέσσερις βαθμίδες μύησης: α) οι αδελφοποιητοί ή βλάμηδες, β) οι συστημένοι, γ) οι ιερείς[1] και δ) οι ποιμένες. Οι Ιερείς ήταν επιφορτισμένοι με το έργο της μύησης στους δύο πρώτους βαθμούς. Όταν ο Ιερέας πλησίαζε κάποιον, σιγουρευόταν για τη φιλοπατρία του και τον κατηχούσε πλάγια στους σκοπούς της εταιρείας, οπότε το τελευταίο στάδιο ήταν να ορκιστεί. Ο όρκος, ελαιογραφία του Δ. Τσόκου (1849).

Τότε τον πήγαινε σε κάποιον κληρικό—κάτι καθόλου εύκολο αν ο ιερέας δεν ήταν ήδη μυημένος. Πήγαινε και έβρισκε τον ιερέα και του έλεγε ότι ήθελε να ορκίσει κάποιον για προσωπική τους υπόθεση, προκειμένου να διαπιστώσει ότι λέει την αλήθεια. Ο κληρικός φορούσε το πετραχήλι και έπαιρνε το Ευαγγέλιο, οπότε ο κατηχητής έπαιρνε παράμερα τον υποψήφιο και του υπαγόρευε ψιθυριστά τον «μικρό όρκο», τον οποίο έπρεπε να τον επαναλαμβάνει ο κατηχούμενος χαμηλόφωνα τρεις φορές.

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και της δικαιοσύνης, ενώπιον του Υπερτάτου Όντος, να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα το μυστήριον, το οποίον θα μου εξηγηθεί και ότι θα αποκριθώ την αλήθειαν εις ό,τι ερωτηθώ».

Όταν γινόταν αυτό, τότε ο κατηχητής πλησίαζε τον υποψήφιο στον ιερέα και τον ρωτούσε:

«Είναι αληθινά, αδελφέ, αυτά που μου επανέλαβες τρεις φορές;»

«Είναι και θα είναι αληθινά και για την ασφάλειά τους ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο», απαντούσε ο υποψήφιος. Την ίδια περίπου ερώτηση, έκανε και ο κληρικός και αφού έπαιρνε καταφατική απάντηση, τον όρκιζε στο Ευαγγέλιο, δίχως να γνωρίζει την ουσία της υπόθεσης.

Από εκεί και μετά ο μυούμενος θεωρείτο νεοφώτιστο μέλος της Εταιρείας, ήταν δηλαδή Βλάμης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Ο Φιλικός με το βαθμό του Ιερέα είχε αμέσως την υποχρέωση να του δείξει όλα τα σημάδια αναγνώρισης μεταξύ των Βλάμηδων. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης. Ήξεραν μόνο πως υπήρχε μια Εταιρεία που πασχίζει για το γενικό καλό του έθνους, η οποία συμπεριελάμβανε στους κόλπους της και σημαντικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών αφενός και αφετέρου για να γίνεται ευκολότερα ο προσηλυτισμός.

Πηγή: mathima.gr | Δείτε περισσότερα εδώ
Από το Blogger.